| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.180.632 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καίριος |
0,01 sec. |
|
|
καίριος grave key, critical, grave, timely chiave ключ sleutel chave مفتاح klucz Schlüssel ключ klíč nøgle avain מפתח nyckel
επίθ α / θ / ουδ καίριος, καίρια, καίριο ['cerios, 'ceria, 'cerio] 1 που γίνεται τη σωστή στιγμή opportun/-une καίρια πρωτοβουλία une initiative opportune 2 αποτελεσματικός mortel/-elle καίριο πλήγμα un coup mortel επίρρ καίρια ['ceria] opportunément Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|