| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.051.823 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καβγαδίζω |
0,02 sec. |
|
καβγαδίζω quarrel, row se disputer, se quereller يتشاجر مع, يَتَعارَك pohádat (se) skændes streiten discutir, reñir riidellä svađati se litigare 口論する, 喧嘩する 다투다 ruziën krangle pokłócić się, zrobić awanturę brigar, disputar скандалить, ссориться bråka, gräla ทะเลาะ, ทะเลาะวิวาท kavga etmek, tartışmak tranh cãi 吵架 ρ αμετβ καβγαδίζω [kavɣa'ðizo] τσακώνομαι με κπ se disputer avec qqn Καβγαδίζουν χωρίς λόγο. Ils se disputent sans raison. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|