| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.066.868 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καβουρδίζω |
0,76 sec. |
|
καβουρδίζω roast ρμετβ καβουρδίζω, καβουρντίζω [kavur'ðizo, kavur'dizo] 2 τσιγαρίζω faire sauter/faire revenir καβουρδίζω κιμά faire revenir la viande hachée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|