| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.282.427 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καθαρίζω |
0,10 sec. |
|
καθαρίζω nettoyer, purifier clean, clear, furbish, peel limpar يُنَظِف uklidit rense reinigen limpiar puhdistaa čistiti pulire 掃除する ...을 깨끗이 하다 schoonmaken rengjøre wyczyścić чистить rengöra ทำความสะอาด temizlemek dọn sạch 打扫 ρ μετβ καθαρίζω [kaθa'rizo] ρ αμετβ καθαρίζω γίνομαι καθαρός se nettoyerdevenir propre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|