Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.221.257 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

καθαρίστρια

0,02 sec.
καθαρίστρια char, charwoman, cleaner, cleaning lady
καθαρίστρια عاملة النظافة
καθαρίστρια uklízečka
καθαρίστρια rengøringsassistent
καθαρίστρια Putzfrau
καθαρίστρια señora de la limpieza
καθαρίστρια siivooja
καθαρίστρια femme de ménage
καθαρίστρια čistačica
καθαρίστρια donna delle pulizie
καθαρίστρια 掃除婦
καθαρίστρια 청소 아줌마
καθαρίστρια schoonmaakster
καθαρίστρια rengjøringshjelp
καθαρίστρια sprzątaczka
καθαρίστρια empregada de limpeza, faxineira
καθαρίστρια уборщица
καθαρίστρια städerska
καθαρίστρια หญิงทำความสะอาด
καθαρίστρια temizlikçi
καθαρίστρια nữ lao công
καθαρίστρια 清洁女工


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.