| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.198.823 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καθαριστής |
0,01 sec. |
|
|
καθαριστής cleaner مُنَظِِّف uklízeč rengøringsassistent Reinigungskraft aseador, limpiador siivooja employé de ménage čistač addetto alle pulizie 清掃人 청소부 schoonmaker vaskehjelp sprzątacz empregado de limpeza, faxineiro уборщик städare คนทำความสะอาด temizlikçi người quét dọn 清洁工人, 清洁 清潔
ουσ α / θ καθαριστής, καθαρίστρια [kaθari'stis, kaθa'ristria] που καθαρίζει επαγγελματικά nettoyeur; nettoyeusefemme de ménage/d'ouvrage Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|