| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.834.573 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καθαρός |
0,03 sec. |
|
καθαρός propre, pur чистый aboveboard, clean, clear, sheer, utter نظيف čistý ren sauber limpio puhdas čist pulito 清潔な 깨끗한 schoon ren czysty limpo ren สะอาด temiz sạch sẽ 清洁的 επίθ α / θ / ουδ καθαρός, καθαρή, καθαρό [kaθa'ros, kaθa'ri, kaθa'ro] επίρρ καθαρά [kaθa'ra] με διαύγεια clairement βλέπω καθαρά voir clairement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|