Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.199.960 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

καθαρός

0,01 sec.
καθαρός propre, pur чистый aboveboard, clean, clear, sheer, utter نظيف čistý ren sauber limpio puhdas čist pulito 清潔な 깨끗한 schoon ren czysty limpo ren สะอาด temiz sạch sẽ 清洁的
επίθ α / θ / ουδ καθαρός, καθαρή, καθαρό [kaθa'ros, kaθa'ri, kaθa'ro]
1 που δεν είναι βρόμικος propre
καθαρό δωμάτιο une chambre propre
2 διαυγής clair, claire
καθαρός ουρανός un ciel clair
με καθαρό μυαλό avec une tête claire/un esprit clair
3 χωρίς ξένα στοιχεία pur, pure
καθαρό ασήμι de l'argent pur
4 τίμιος, ειλικρινής propre
καθαρή δουλειά un travail propre
5 σαφής formel/-elleexplicite
καθαρό μήνυμα un message clair
6 που δε χωράει αμφιβολία vrai, vraie
Είναι καθαρή απάτη. C'est une vraie fraude.
επίρρ καθαρά [kaθa'ra]
με διαύγεια clairement
βλέπω καθαρά voir clairement


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.