Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.287.481 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

καθημερινός
(προωθήθηκε από καθημερινή)

0,02 sec.
καθημερινός daily, everyday ĉiutaga journalier, quotidien يَوْمي denní daglig täglich diario päivittäinen dnevni giornaliero 毎日の 매일의 dagelijks daglig codzienny diário ежедневный daglig ทุกวัน günlük hàng ngày 每天
επίθ α / θ / ουδ καθημερινός, καθημερινή, καθημερινό [kaθimeri'nos, kaθimeri'ni, kaθimeri'no]
1 που συμβαίνει κάθε μέρα quotidien/-ienne
το καθημερινό πρόγραμμα le programme quotidien
2 που δεν είναι επίσημος de tous les jours
τα καθημερινά ρούχα les vêtements de tous les jours
ουσ θ καθημερινή εργάσιμη μέρα της εβδομάδας jour de la semaine
Τις καθημερινές ξυπνάω νωρίς. Les jours de la semaine/En semaine je me lève tôt.
επίρρ καθημερινά [kaθimeri'na] quotidiennement


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.