| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.331.541 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καθησυχάζω |
0,03 sec. |
|
καθησυχάζω reassure, comfort rassurer يُعْيد طَمْأَنَتُه opětovně ujistit forsikre beruhigen tranquilizar rauhoittaa umirivati rassicurare 安心させる 안심시키다 geruststellen berolige uspokoić tranquilizar, tranqüilizar заверять försäkra ทำให้วางใจ güven vermek làm yên lòng 再保证 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|