| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.666.394 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καθησυχαστικός |
0,01 sec. |
|
καθησυχαστικός مُطمئِن uklidňující betryggende beruhigend reassuring tranquilizador rauhoittava rassurant umirujući rassicurante 安心させる 안심시켜 주는 geruststellend beroligende uspokajający tranquilizador, tranqüilizador обнадеживающий uppmuntrande ที่ให้ความมั่นใจ güven verici làm yên lòng 让人放心的 επίθ α / θ / ουδ καθησυχαστικός, καθησυχαστική, καθησυχαστικό [kaθisixasti'kos, kaθisixasti'ci, kaθisixasti'ko] που μπορεί να καθησυχάσει rassurant/-antesécurisant/-ante καθησυχαστική φωνή une voix rassurante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|