| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.070.916 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καθιέρωση |
0,04 sec. |
|
καθιέρωση ουσ θ καθιέρωση [kaθi'erosi] 1 δημιουργία θεσμού institution; officialisation η καθιέρωση μιας γλώσσας l'officialisation d'une langue 3 η αναγνώριση reconnaissance η καθιέρωση ενός επιστήμονα la reconnaissance d'un scientifique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|