| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.209.571 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καθιέρωση |
0,03 sec. |
|
|
καθιέρωση introduction introducción Einführung مقدمة wprowadzenie introduzione introduction введение introdução 介绍 介紹 Úvod Introduktion מבוא 소개 Introduktion
ουσ θ καθιέρωση [kaθi'erosi] 1 δημιουργία θεσμού institution; officialisation η καθιέρωση μιας γλώσσας l'officialisation d'une langue 3 η αναγνώριση reconnaissance η καθιέρωση ενός επιστήμονα la reconnaissance d'un scientifique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|