| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.213.462 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καθορίζω |
0,01 sec. |
|
|
καθορίζω define, determine, quote, specify يُعَرِف vysvětlit definere definieren definir määritellä définir definirati definire 定義する 정의하다 definiëren definere zdefiniować definir определять definiera นิยาม tanımlamak định nghĩa 解释
ρ μετβ καθορίζω [kaθo'rizo] 1 προσδιορίζω caractériser 2 επιβάλλω déterminer καθορίζω κανόνες fixer les règles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|