| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.715.619 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καθοριστικός |
0,01 sec. |
|
καθοριστικός decisive επίθ α / θ / θ καθοριστικός, καθοριστική, καθοριστικόό [kaθoristi'kos, kaθoristi'ci, kaθoristi'ko] που επηρεάζει κπ εξέλιξη déterminant/-ante καθοριστική απόφαση une décision déterminante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|