| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.220.835 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καθυστέρηση |
0,03 sec. |
|
|
καθυστέρηση delay retard ritardo تأخير zpoždění forsinkelse Verspätung retraso viivytys odlaganje 遅れ 지연 vertraging forsinkelse opóźnienie atraso, demora задержка försening ความล่าช้า gecikme sự trì hoãn 拖延, 延迟 延遲 עיכוב
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|