Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.452.321 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

καθυστερημένος

0,02 sec.
καθυστερημένος delayed, retarded, slow, backward, tardy, overdue attardé, retardé, impayé nachträglich, überfällig, verspätet فات موعد استحقاقه, متأخر dlouho očekávaný, zpožděný for længst forfalden, forsinket atrasado, vencido myöhässä, myöhästynyt odgođen, zaostao ritardato, scaduto 遅れた 연체된, 지연된 te laat, vertraagd forfalt, forsinket opóźniony, zaległy atrasado отсроченный, просроченный förfallen, försenad ทำให้ล่าช้า, พ้นกำหนดเวลา gecikmeli, ödeme günü geçmiş bị hoãn lại, quá chậm 延期的, 过了期限的
επίθ α / θ / ουδ καθυστερημένος, καθυστερημένη, καθυστερημένοο [kaθisteri'menos, kaθisteri'menι, kaθisteri'meno]
1 που έχει καθυστερήσει en retard
φτάνω καθυστερημένος arriver en retard
2 διανοητικά ανάπηρος retardé/-ée
καθυστερημένο παιδί un enfant retardé


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.