| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.345.978 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καινοτομία |
0,02 sec. |
|
καινοτομία innovation ابتكار inovace opfindelse Innovation innovación innovaatio innovation inovacija innovazione 革新 혁신 innovatie oppfinnelse innowacja inovação нововведение innovation ความคิดสร้างสรรค์ yenilik sự đổi mới 创新 ουσ θ καινοτομία [cenoto'mia] κτ που γίνεται για πρώτη φορά innovation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|