| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.223.703 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καινούριος |
0,01 sec. |
|
|
καινούριος new neuf, nouveau
επίθ α / θ / ουδ καινούριος, καινούρια, καινούριο [ce'nurjos, ce'nurja, ce'nurjo] 1 για κτ νέο σε θέση παλιού nouveau/nouvel£££/-elle 2 που δεν είναι μεταχειρισμένος neuf, neuvenouveau καινούρια παπούτσια des chaussures neuves καινούριος υπολογιστής un nouvel ordinateur 3 πρωτοποριακός d'avant-gardepionnier/-ière καινούριες ιδέες des nouvelles idées Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|