Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.767.082.179 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

καιρός

0,02 sec.
καιρός Wetter, Zeit time, weather tiempo sää temps vrijeme tempo tempus oras tijd, weer pogoda tempo погода väder thời tiết طقس počasí vejr 天気 날씨 vær อากาศ hava 天气
ουσ α καιρός [ce'ros]
1 το κλίμα temps
κάνει καλόκακό καιρό il fait bon/mauvais
το δελτίο καιρού la météo
2 χρόνος temps
Περνάει ο καιρός. Le temps passe.
3 στιγμή passe; période
Δεν είναι καιρός για αστεία. Ce n'est pas le bon moment pour faire des blagues.
4 εποχή époque
στον καιρό μας à notre époque
σκοτώνω τον καιρό μου
ξοδεύω το χρόνο μου άσκοπα tuer le temps


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.