| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.355.372 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κακία |
0,02 sec. |
|
κακία méchanceté vice ουσ θ κακία [ka'cia] 1 το χαρακτηριστικό του κακού ανθρώπου méchanceté To έκανε από καθαρή κακία. Il l'a fait par pure méchanceté. 2 κακά λόγια méchanceté λέω κακίες raconter des méchancetés κρατάω κακία σε κπ είμαι θυμωμένος μαζί του en vouloir à qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|