| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.229.558 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κακοδιάθετος |
0,01 sec. |
|
|
κακοδιάθετος
επίθ α / θ / ουδ κακοδιάθετος, κακοδιάθετη, κακοδιάθετο [kako'ðjaθetos, kako'ðjaθeti, kako'ðjaθeto] που έχει κακή διάθεση de mauvaise humeur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|