| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.476.543 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κακομαθαίνω |
0,02 sec. |
|
κακομαθαίνω spoil يُفسِد zkazit ødelægge verderben echar a perder pilata gâter pokvariti viziare 台無しにする (...을) 망쳐놓다 bederven skjemme bort popsuć estragar портить fördärva ทำให้เสียหาย ตามใจจนเสียคน berbat etmek làm hỏng 溺爱 ρ αμετβ κακομαθαίνω συνηθίζω στην ευκολία être gâté/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|