| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.231.180 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κακομαθημένος |
0,01 sec. |
|
|
κακομαθημένος
επίθ α / θ / ουδ κακομαθημένος, κακομαθημένη, κακομαθημένο [kakomaθi'menos, kakomaθi'meni, kakomaθi'meno] που του κάνουν όλα τα χατίρια gâté/-ée £££κακομαθημένο παιδί un enfant gâté Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|