| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.821.044 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κακοποιός |
0,03 sec. |
|
κακοποιός crook, malefactor, mugger, thug تمساح نهري أسيوي, سَفَّاح chuligán, lupič bølle, voldsmand Schlägertyp, Straßenräuber atracador, matón kovanaama, pahoinpitelijä assaillant, voyou siledžija, ulični kriminalac delinquente, rapinatore 凶悪犯, 強盗 노상 강도, 흉악한 악당 misdadiger, straatdief banditt, raner bandyta, bandyta uliczny assaltante, criminoso бандит, грабитель ligist, rånare คนข่มขู่เพื่อชิงทรัพย์, อันธพาล eşkiya, kapkaççı du côn, kẻ cướp 抢劫犯, 暴徒 ουσ α κακοποιός [kakopi'os] εγκληματίας malfaiteur; criminel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|