| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.232.743 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κακοποιώ |
0,01 sec. |
|
|
κακοποιώ maltreat, abuse maltraiter, insulter يُسيِء استخدام zneužít misbruge missbrauchen abusar käyttää väärin zlouporabiti abusare 濫用する 남용하다 misbruiken misbruke nadużyć abusar оскорблять missbruka ข่มเหง kötüye kullanmak lạm dụng 侵犯
ρ μετβ κακοποιώ [kakopi'o] ασκώ βία σε κπ ή βιάζω maltraitervioler Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|