| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.676.157 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κακόβουλος |
0,03 sec. |
|
κακόβουλος malevolent, malicious, sinister κακόβουλος zlomyslný, zlověstný κακόβουλος ildevarslende, ondsindet κακόβουλος böswillig, unheimlich κακόβουλος ilkeä, pahaenteinen κακόβουλος zlonamjeran, zlosutan κακόβουλος 不吉な, 悪意のある κακόβουλος 불길한, 악의 있는 κακόβουλος kwaadwillig, sinister κακόβουλος ondskapsfull, truende κακόβουλος złośliwy, złowieszczy κακόβουλος illvillig, ödesdiger κακόβουλος ชั่วร้าย, มุ่งร้าย κακόβουλος kötü niyetli, uğursuz κακόβουλος hiểm độc, nham hiểm Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|