| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.542.386 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κακόκεφος |
0,26 sec. |
|
κακόκεφος متقلب المزاج náladový nedtrykt launisch moody malhumorado pahantuulinen lunatique zlovoljan volubile むっつりした 침울한 humeurig lunefull ponury mal-humorado унылый nyckfull หงุดหงิด huysuz buồn rầu 喜怒无常的 επίθ α / θ / ουδ κακόκεφος, κακόκεφη, κακόκεφο [ka'kocefos, ka'kocefi, ka'kocefo] κακοδιάθετος de mauvaise humeur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|