| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.243.303 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κακός |
0,01 sec. |
|
|
κακός bad, evil, wrong, mean, wicked malbona mauvais, méchant slecht malo سيء špatný dårlig schlecht huono loš cattivo 悪い 나쁜 dårlig zły mau плохой dålig เลว kötü tồi 劣质的 Лош רע
επίθ α / ουδ κακός, κακ, κακό [ka'kos, ka'ci-'ça, ka'ko] 3 βλαβερός mauvais κακή συνήθεια une mauvaise habitude 4 αρνητικός mauvais κακά σχόλια des mauvais commentaires 5 ακατάλληλος mauvais κακός σύμβουλος un mauvais conseiller Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|