Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.243.303 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κακός

0,01 sec.
κακός bad, evil, wrong, mean, wicked malbona mauvais, méchant slecht malo سيء špatný dårlig schlecht huono loš cattivo 悪い 나쁜 dårlig zły mau плохой dålig เลว kötü tồi 劣质的 Лош רע
επίθ α / ουδ κακός, κακ, κακό [ka'kos, ka'ci-'ça, ka'ko]
1 που έχει κακία μέσα του méchant/-ante
κακός άνθρωπος une méchante personne
2 δυσάρεστος mauvais/-aise
κακά νέα des mauvaises nouvelles
3 βλαβερός mauvais
κακή συνήθεια une mauvaise habitude
4 αρνητικός mauvais
κακά σχόλια des mauvais commentaires
5 ακατάλληλος mauvais
κακός σύμβουλος un mauvais conseiller
6 που δεν έχει ικανοποιητικές επιδόσεις mauvais
κακός μαθητής un mauvais élève
7 άτακτος, ανυπάκουος vilain/-ainepas sage
Είσαι κακό παιδί! Tu es un vilain enfant !£££
8 κακής ποιότητας mauvais
κακό βιβλίο un mauvais film


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.