| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.900.253 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κακός |
0,01 sec. |
|
κακός bad, evil, wrong, mean, wicked malbona mauvais, méchant slecht malo سيء špatný dårlig schlecht huono loš cattivo 悪い 나쁜 dårlig zły mau плохой dålig เลว kötü tồi 劣质的 επίθ α / ουδ κακός, κακ, κακό [ka'kos, ka'ci-'ça, ka'ko] 3 βλαβερός mauvais κακή συνήθεια une mauvaise habitude 4 αρνητικός mauvais κακά σχόλια des mauvais commentaires 5 ακατάλληλος mauvais κακός σύμβουλος un mauvais conseiller Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|