Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.725.900.253 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κακός

0,01 sec.
κακός bad, evil, wrong, mean, wicked malbona mauvais, méchant slecht malo سيء špatný dårlig schlecht huono loš cattivo 悪い 나쁜 dårlig zły mau плохой dålig เลว kötü tồi 劣质的
επίθ α / ουδ κακός, κακ, κακό [ka'kos, ka'ci-'ça, ka'ko]
1 που έχει κακία μέσα του méchant/-ante
κακός άνθρωπος une méchante personne
2 δυσάρεστος mauvais/-aise
κακά νέα des mauvaises nouvelles
3 βλαβερός mauvais
κακή συνήθεια une mauvaise habitude
4 αρνητικός mauvais
κακά σχόλια des mauvais commentaires
5 ακατάλληλος mauvais
κακός σύμβουλος un mauvais conseiller
6 που δεν έχει ικανοποιητικές επιδόσεις mauvais
κακός μαθητής un mauvais élève
7 άτακτος, ανυπάκουος vilain/-ainepas sage
Είσαι κακό παιδί! Tu es un vilain enfant !£££
8 κακής ποιότητας mauvais
κακό βιβλίο un mauvais film


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.