| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.498.639 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κακότροπος |
0,01 sec. |
|
κακότροπος surly, bad-tempered متعكر المزاج špatně naladěný pirrelig übellaunig malhumorado pahantuulinen ayant mauvais caractère mrzovoljast irritabile 機嫌の悪い 기분이 상한 slechtgehumeurd i dårlig humør wybuchowy mal humorado раздражительный på dåligt humör อารมณ์เสีย huysuz dễ nổi cáu 脾气不好 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|