| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.243.711 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κακότροπος |
0,01 sec. |
|
|
κακότροπος surly, bad-tempered متعكر المزاج špatně naladěný pirrelig übellaunig malhumorado pahantuulinen ayant mauvais caractère mrzovoljast irritabile 機嫌の悪い 기분이 상한 slechtgehumeurd i dårlig humør wybuchowy mal humorado раздражительный på dåligt humör อารมณ์เสีย huysuz dễ nổi cáu 脾气不好
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|