| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.810.471 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καλά |
0,02 sec. |
|
καλά gut well bone bueno bien bene goed επίρρ καλά [ka'la] 2 σωστά correctementconvenablement τα πάω καλά με κπ έχω καλή σχέση μαζί του s'entendre bien£££ avec qqn σώνει και καλά οπωσδήποτε à tout prix Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|