Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.351.109 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

καλάμι

0,02 sec.
καλάμι roseau, bambou, tibia Ried, Schienbein rod, reed, shin قَصَبة الرِجْل holeň skinneben espinilla säären etuosa cjevanica stinco むこうずね 정강이 scheen skinnbein goleń canela голень skenben คาง kaval kemiği cẳng chân 胫骨的
ουσ ουδ καλάμι [ka'lami]
1 ευλύγιστο κλαρί καλαμιάς roseau
φράχτης από καλάμια une clôture de roseaux
2 το μπροστινό μέρος της γάμπας tibia
κλωτσάω κπ στο καλάμι donner un coup de pied au tibia
το καλάμι του ψαρέματος
όργανο ψαρέματος la canne à pêche


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.