| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.289.681 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καλλιεργώ |
0,09 sec. |
|
καλλιεργώ cultivate, nourish, grow cultiver يَنمو vypěstovat dyrke anpflanzen cultivar kasvattaa rasti coltivare 育てる ...을 기르다 kweken vokse urosnąć cultivar растить odla ปลูก ทำให้เจริญเติบโต yetiştirmek trồng 生长 ρ μετβ καλλιεργώ [kalier'ɣo] 2 παράγω προϊόν της γης cultiver καλλιεργώ πατάτες cultiver des pommes de terre 4 συντηρώ entretenircultiver καλλιεργώ μια σχέση entretenir une relation ρ μεσοπαθ καλλιεργούμαι [kalier'ɣume] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|