Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.289.681 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

καλλιεργώ

0,09 sec.
καλλιεργώ cultivate, nourish, grow cultiver يَنمو vypěstovat dyrke anpflanzen cultivar kasvattaa rasti coltivare 育てる ...을 기르다 kweken vokse urosnąć cultivar растить odla ปลูก ทำให้เจริญเติบโต yetiştirmek trồng 生长
ρ μετβ καλλιεργώ [kalier'ɣo]
1 δουλεύω τη γη cultiver
καλλιεργώ ένα χωράφι£££ cultiver un champ
2 παράγω προϊόν της γης cultiver
καλλιεργώ πατάτες cultiver des pommes de terre
3 εξασκώ cultiver
καλλιεργώ τις μουσικές μου γνώσεις cultiver son savoir musical
4 συντηρώ entretenircultiver
καλλιεργώ μια σχέση entretenir une relation
ρ μεσοπαθ καλλιεργούμαι [kalier'ɣume]


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.