| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.261.362 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καλοδιάθετος |
0,01 sec. |
|
|
καλοδιάθετος
επίθ α / θ / ουδ καλοδιάθετος, καλοδιάθετη, καλοδιάθετο [kalo'ðjaθetos, kalo'ðjaθeti, kalo'ðjaθeto] που έχει καλή διάθεση de bonne humeur Ξύπνησε καλοδιάθετος. Il s'est réveillé de bonne humeur. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|