| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.262.163 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καλοκαίρι |
0,01 sec. |
|
|
καλοκαίρι somer estiu léto Sommer, Sommerzeit summer, summertime verano, estío kesä été nyár sumar estate 夏, 夏季 aestas zomer, zomertijd, zomerseizoen sommer, sommertid lato verão vară лето, летняя пора sommar, sommartid 夏天, 夏季 الصيف, فصل الصيف sommer, sommertid ljetno doba, ljeto 여름, 여름철 เวลาในฤดูร้อน, ฤดูร้อน yaz, yaz sezonu mùa hè лято 夏天
ουσ ουδ καλοκαίρι [kalo'ceri] η πιο ζεστή εποχή του χρόνου été Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|