| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.544.813 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καλοπροαίρετος |
0,02 sec. |
|
καλοπροαίρετος επίθ α / θ / ουδ καλοπροαίρετος, καλοπροαίρετη, καλοπροαίρετο [kalopro'eretos, kalopro'ereti, kalopro'ereto] που έχει καλή πρόθεση bienveillant/-ante επίρρ καλοπροαίρετα [kalopro'ereta] avec bienveillance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|