| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.489.858 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καλοριφέρ |
0,02 sec. |
|
καλοριφέρ radiator جهاز إرسال الإشعاع radiátor radiator Heizkörper radiador lämpöpatteri radiateur radijator radiatore ラジエーター 방열기 radiator radiator grzejnik radiador батарея värmeelement เครื่องทำความร้อน radyatör hệ thống sưởi 散热器 ουσ ουδ άκλ καλοριφέρ [kalori'fer] σώμα που εκπέμπει θερμότητα radiateur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|