| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.268.110 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καλπάζω |
0,01 sec. |
|
|
καλπάζω gallop يَِجْرى بالفرس cválat galopere galoppieren galopar, galope laukata galoper galopirati galoppare ギャロップで走る 갤럽으로 달리다 galopperen galoppere pogalopować galopar скакать галопом galoppera ควบม้า dörtnala koşmak phi nước đại 飞驰
ρ αμετβ καλπάζω [kal'pazo] (για άλογο) τρέχω galoper Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|