| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.426.210 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καλόγερος |
0,02 sec. |
|
καλόγερος Mönch boil, coat tree, great tit, monk, carbuncle divieso, forúnculo, fraile, furúnculo, monje, perchero furoncle, moine, portemanteau czyrak, mnich, wieszak stojący, wrzód, zakonnik, чирий monge călugăr вешалка, монах, фурункул راهب mnich munk munkki redovnik monaco 修道士 수도승 monnik munk munk พระ keşiş thầy tu 和尚 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|