| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.198.273 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καλόγουστος |
0,01 sec. |
|
καλόγουστος حسن الذوق vkusný smagfuld geschmackvoll tasteful de buen gusto tyylikäs élégant ukusan raffinato 趣味のよい 취미가 고상한 smaakvol smakfull gustowny de bom gosto с хорошим вкусом smakfull ซึ่งมีรสนิยม lezzetli có óc thẩm mỹ 有鉴赏力的 επίθ α / θ / ουδ καλόγουστος, καλόγουστη, καλόγουστο [ka'loɣustos, ka'loɣusti, ka'loɣustο] φτιαγμένος με γούστο de bon goût |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|