| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.270.456 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
καλόκαρδος |
0,01 sec. |
|
|
καλόκαρδος نبيل المحتد mírný blid sanft gentle suave hellä gentil nježan delicato 優しい 온화한 zachtaardig mild łagodny gentil добрый varsam อย่างอ่อนโยน kibar dịu dàng 文雅的
επίθ θ / ουδ καλόκαρδος, καλόκαρδη, καλόκαρδο [ka'lokarðos, ka'lokarði, ka'lokarðo] που δεν κάνει κακό σε κανέναν qui a bon cœur επίρρ καλόκαρδα [ka'lokarða] avec bonté Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|