| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.832.810 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καλός |
0,02 sec. |
|
καλός gut good, kind, well bon, bien טוב добрый, хороший جَيِد, حَسَن dobrý, zdravý god, rask bueno, conveniente hyvä, terve dobar, zdrav bene, buono 申し分ない, 良い 건강한, 좋은 goed bra, godt dobry bem, bom bra ดี iyi khỏe mạnh, tốt 健康的, 好的 επίθ α / θ / ουδ καλός, καλή, καλό [ka'los, ka'li, ka'lo] 4 θετικός, ευνοϊκός bonpositif/-ive κάνω καλά σχόλια faire des commentaires positifs Οι συνθήκες είναι καλές. Les conditions sont bonnes. μια και καλή για πάντα définitivement Χάστε βάρος μια και καλή. Perdez du poids une fois pour toutes. ουσ ουδ καλό 3 ώφελος bien Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|