Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.821.896 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

καλύπτω

0,03 sec.
καλύπτω cover kovri couvrir يُغَطْي přikrýt dække zudecken cubrir peittää pokriti se coprire 覆う 덮다 bedekken dekke pokryć cobrir накрывать täcka คลุม örtmek che phủ 覆盖
ρ μετβ καλύπτω [ka'lipto]
1 σκεπάζω, προστατεύω couvrirprotéger
καλύπτω το πρόσωπό μου£££ (se) couvrir le visage
2 αποκρύβω couvrirvoiler
καλύπτω ένα έγκλημα couvrir un crime
καλύπτω την αλήθεια voiler la vérité
3 ικανοποιώ recouvrirsatisfaire
καλύπτω τις ανάγκες κάποιου couvrir les besoins de qqn
4 παρουσιάζω συνολικά couvrir
καλύπτω ένα θέμα couvrir un sujet
5 διανύω couvrir
καλύπτω μεγάλη απόσταση couvrir une grande distance
6 συμπληρώνω avoir eu
καλύπτω το κενό combler le vide
ρ μεσοπαθ καλύπτομαι [ka'liptome] se couvrirêtre couvert/-erte


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.