| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.677.345 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καμινάδα |
0,02 sec. |
|
καμινάδα cheminée chimney مَدخَنة komín skorsten Schornstein chimenea savupiippu dimnjak camino 煙突 굴뚝 schoorsteen skorstein komin chaminé дымовая труба skorsten ปล่องไฟ baca ống khói 烟囱 ουσ θ καμινάδα [kami'naða] το σημείο της σκεπής απ' όπου βγαίνει καπνός cheminée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|