| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.276.065 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κανείς |
0,02 sec. |
|
κανείς anyone, nobody, no, no one لا أحد, ليس كذا nikdo, žádný ingen kein, niemand nadie, ningún ei kukaan, ei mikään aucun, personne nijedan nessuno ない, 誰も・・・ない …이 하나도 없는, 아무도 … 않다(없다) geen, niemand ingen nikt, żaden nenhum, ninguém никакой, никто ingen ไม่แม้แต่หนึ่ง, ไม่มีใคร hiç, hiç kimse không ai, không chút nào 没有, 没有人 αντων α / θ / ουδ κανείς, κανένας, κα, κανένα [ka'nis, ka'nenas, ka'mia-'mɲa, ka'nena] 1 ούτε ένας personne Δεν ήταν κανείς στο σπίτι. Il n'y avait personne à la maison. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|