| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.292.649 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καπνιστός |
0,76 sec. |
|
καπνιστός smoked مُدَخَن uzený røget geräuchert ahumado savustettu fumé dimljen affumicato いぶした 훈제한 gerookt røykt wędzony defumado, fumado дымчатый rökt รมควัน tütsülenmiş hun khói 烟熏的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|