| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.861.460 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καπνός |
0,02 sec. |
|
καπνός tupakka, savu fumée, tabac Rauch, Tabak smoke, tobacco, fume تبغ, دخان kouř, tabák røg, tobak humo, tabaco dim, duhan fumo, tabacco タバコ, 煙 담배, 연기 rook, tabak røyk, tobakk dym, tytoń fumaça, fumo, tabaco дым, табак rök, tobak ควัน, ต้นยาสูบ duman, tütün cây thuốc lá, khói 烟, 烟草 ουσ α καπνός [ka'pnos] 2 τα ξερά φύλλα που χρησιμοποιούμε στα τσιγάρα, πούρα κ.λπ. tabac Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|