Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.597.153 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

καρδιά

0,01 sec.
καρδιά сърце cor hjerte Herz heart corazón دل, قلب sydän coeur, cœur לב szív jantung hjarta cuore 心臓 심장 ഹൃദയം hart serce coração srdce srce kalp, yürek قلب srdce srce hjerte сердце hjärta หัวใจ trái tim 心脏
ουσ θ καρδιά [kar'ðja]
1 ζωτικό όργανο για την κυκλοφορία του αίματος cœur
Η καρδιά της χτυπάει πολύ γρήγορα. Son cœur bat très vite.
2 πηγή συναισθημάτων cœur
μέσα απ'την καρδιά μου de tout mon cœur
Ραγίζει η καρδιά μου. Mon cœur est brisé.Mon cœur se fend.
3 το κέντρο cœurcentre
η καρδιά του προβλήματος le cœur du problème


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.