| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.633.077 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καρφώνω |
0,01 sec. |
|
καρφώνω clouer rivet ρ μετβ καρφώνω [kar'fono] ρ μεσοπαθ καρφώνομαι [kar'fonome] être cloué/-éeêtre fixé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|