| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.471.598 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
καρύκευμα |
0,02 sec. |
|
καρύκευμα spice, flavoring, flavouring, seasoning توابل, مادة منكهة aroma, koření krydderi, smagsstof Geschmacksstoff, Gewürz condimento mauste arôme, assaisonnement začini aroma, condimento 調味料 조미료, 향료 kruiden, smaakstof krydder, smakstilsetning przyprawa aroma, tempero приправа kryddning, smaksättning การปรุงรส çeşni, lezzet katıcı chất tạo mùi vị, gia vị 调味料 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|