| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.838.975 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κατάθεση |
0,01 sec. |
|
|
κατάθεση deposit, deposition, testimony يُوْدِع vklad udbetaling Guthaben depósito talletus caution polog deposito 預金 예금 storting depositum depozyt depósito депозит insättning เงินฝาก peşinat tiền gửi 存款 депозит 存款
ουσ θ κατάθεση [ka'taθesi] 1 μαρτυρία μπροστά σε αρχή déposition γραπτήπροφορική κατάθεση une déposition écrite/orale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|