| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.113.002 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατάθεση |
0,09 sec. |
|
κατάθεση deposit, deposition, testimony يُوْدِع vklad udbetaling Guthaben depósito talletus caution polog deposito 預金 예금 storting depositum depozyt depósito депозит insättning เงินฝาก peşinat tiền gửi 存款 ουσ θ κατάθεση [ka'taθesi] 1 μαρτυρία μπροστά σε αρχή déposition γραπτήπροφορική κατάθεση une déposition écrite/orale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|