| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.298.204 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κατάληξη |
0,02 sec. |
|
κατάληξη desinência, final ending, outcome انتهاء konec slutning Ende final lopetus final završetak conclusione 結末 결말 einde slutt zakończenie окончание slut ตอนจบ son kết cục 结尾 ουσ θ κατάληξη [ka'taliksi] 2 αποτέλεσμα fruit η κατάληξη της συζήτησης l'aboutissement de la discussion Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|